Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017


Αποτέλεσμα εικόνας για ανθρωποι μοναχοι




Λέει, να φτιάξουμε τον κόσμο δικαιότερο…
           Δεν είναι εύκολο, του λέω.
Να προσπαθήσουμε, λέει.
         – Ωραία, να προσπαθήσουμε, και από πού ν’ αρχίσουμε;
Ν’ αρχίσουμε από τον άνθρωπο, να φτιάξουμε τον άνθρωπο σωστότερο!
         – Μα δεν είμαστε Θεοί. Ο άνθρωπος φτιάχτηκε ήδη.
Πας πολύ βαθειά και γίνεσαι μοιρολάτρης, λέει. Ας φτιάξουμε αυτά που μπορούμε, τα πάνω-πάνω, κάτι είναι και αυτό.
        – Και ποιά είναι αυτά τα πάνω-πάνω που μπορούμε;
Να γνωρίσει πρώτα τον εαυτό του, και ύστερα να βγει λίγο έξω από το καβούκι του, να δει και τους γύρω του, να δει την ομορφιά των άλλων και το θαύμα του κόσμου, λέει.
        – Καλά τα λες, όμως γιατί δεν μπορεί να βγει έξω από το καβούκι του μόνος του;
Διότι νομίζει πως ό,τι πιο ωραίο φτιάχτηκε στον κόσμο είναι αυτός, και πως ο κόσμος γυρίζει γύρω από τον ίδιο! Είναι πεταλούδα ο άνθρωπος και γυρίζει γύρω από το δικό του φως μέχρι να καεί από τις λαθεμένες δικές του επιλογές, λέει.
         – Είναι σαν να μου λες ότι είναι παγιδευμένος μέσα στην δική του ομορφιά.
Όχι. Σου λέω ότι είναι παγιδευμένος μέσα στην θωρακισμένη  του άγνοια.
        – Αν είναι έτσι να του το πούμε, είναι απλό και θα το καταλάβει, λέω.
Νομίζεις ότι είναι απλό. Είναι πιο εύκολο για το άνθρωπο να βγει έξω από τα σύνορα του ηλιακού συστήματος παρά από το συρματόπλεγμα του εαυτού του.
           – Κι εγώ που νόμιζα πως ήταν εύκολο. Τι θα κάνουμε, λοιπόν, ρωτάω.
Να του δείξουμε το συμφέρον του, λέει. Μόνο αυτό καταλαβαίνει ο μυωπικός άνθρωπος.
-Και γιατί είναι συμφέρον του να γνωρίσει και την ομορφιά των άλλων και του κόσμου, ρωτάω πάλι.
Για να γλυτώσει από την αόρατη μοναξιά του, λέει.
-Και είναι αυτό το συμφέρον του; Νόμιζα πως θα μου έλεγες ότι θα αποκτήσει πλούτο όταν γνωρίσει και την ομορφιά των άλλων.
Αυτό σου λέω, μόνον που δεν βλέπουμε όλοι τον πλούτο με τον ίδιο τρόπο.
         –Δηλαδή, ρωτάω;
Δηλαδή, οι πιο πολλοί αναγνωρίζουν το χρήμα ως μοναδικό πλούτο και μέσα εκεί παγιδεύονται, λέει.
-Πώς παγιδεύονται, αδελφέ; Δεν το καταλαβαίνω. Ο πλούτος του χρήματος ανοίγει πολλούς ορίζοντες.
Ναι, αλλά κλείνει και τον ουσιαστικό ορίζοντα του ζωτικού χρόνου για τον άνθρωπο. Αυτόν τον μοναδικό πλούτο που είναι μια ανεκτίμητη αξία, λέει.
           –Και τι να τον κάνει κανείς αυτόν το χρόνο;
Μα σου είπα. Να γνωρίσει τον άγνωστο εαυτό του και μετά τον κόσμο!
          –Και δεν υπάρχει χρόνος γι’ αυτό, ρωτάω.
Όχι. Δεσμεύεις όλον τον χρόνο σου για να αποκτήσεις περισσότερο χρήμα και μετά, για να διατηρήσεις όλα όσα απέκτησες με χρήμα. Με τον τρόπο αυτόν, ο φόβος να χάσεις τα όσα απέκτησες γίνεται συνεχώς δυνάστης σου, χωρίς να το βλέπεις, και συνεχίζεις αναλώνεσαι σε λάθος κατεύθυνση.
         –Θέλεις να πεις ότι η απληστία είναι αυτή που ροκανίζει το χρόνο μας.
Ναι. Είναι σαν να υπάρχεις για να αποκτάς και εξυπηρετείς μόνον τα υπάρχοντά σου και όχι τον άνθρωπο μέσα σου.  Και όταν το καταλάβεις – αν το καταλάβεις – τότε ο χρόνος, ο δικός σου μοναδικός χρόνος, έχει πετάξει μακριά για σένα. Και, δυστυχώς, δεν μπορείς με την περιουσία σου να εξαγοράσεις ούτε ένα δευτερόλεπτο από το χρόνο, που, δυστυχώς,  βλέπεις να λιγοστεύει μπροστά σου. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως δεύτερη ζωή δεν έχει, που λέει και ο ποιητής. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως ξόδεψες πολύ χρόνο να “κατακτήσεις“ τον κόσμο και όχι για να γνωρίσεις τον κόσμο.
-Είναι σαν να μου λες, δηλαδή, ότι ο προσωπικός μας χρόνος είναι η προίκα της ζωής μας!
Καλά το κατάλαβες. Ο προσωπικός μας χρόνος είναι το σημαντικότερο προνόμιο που μας χάρισε η φύση. Αυτός είναι ο πραγματικός πλούτος μας! Ο χρόνος μας!
         –Και μ’ αυτόν το πλούτο θα φτιάξουμε τον κόσμο δικαιότερο, ρωτάω.
Μ’ αυτόν τον πλούτο θα φτιάξουμε τον άνθρωπο μέσα μας σωστότερο και τον κόσμο γύρω μας πιο ανθρώπινο, λέει.
        – Ίσως να έχει δίκαιο! Όμως, δεν είναι εύκολο, εξακολουθώ να λέω..
__________________________
Γιάννης Χαριτάντης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών
    Πηγή: psychologized.eu
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

ο Ρήγας θα προσεύχεται να είναι ο Θεός μαζί μας.....


Ένα διαφορετικό σχολείο που γιορτάζει 32 χρόνια τρυφερής συνύπαρξης κωφών και ακουόντων μαθητών


18ο Γυμνάσιο Πατρών
Με μια άκρως επιτυχημένη ημερίδα που διοργανώθηκε μέσα στην εβδομάδα «γιόρτασε» το 18ο Γυμνάσιο της Πάτρας τα 32 χρόνια αρμονικής συνύπαρξης βαρήκοων, κωφών και ακουόντων παιδιών. Μια συνύπαρξη που έχει αλλάξει τις ζωές των παιδιών τα οποία μόνο κερδισμένα έχουν βγει από την αλληλεπίδραση μεταξύ τους.
Μια συνύπαρξη, τα θετικά της οποίας αναγνωρίζουν οι πάντες με τα ίδια τα παιδιά να χαρακτηρίσουν το σχολείο του «Σχολείο για όλα τα παιδιά», προσθέτοντας με νόημα σε ένα σχετικό βίντεο που έχουν δημιουργήσει:
«Όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι». Μιλώντας για τη διαδρομή αυτών των 32 χρόνων ο σημερινός διευθυντής του σχολείου Γιώργος Κύργιος, σημειώνει ότι τα πράγματα δεν ήταν πάντα εύκολα καθώς παλιότερα το προσωπικό που απασχολούνταν στα τμήματα των κωφών και βαρήκοων παιδιών δεν ήταν πάντα εξειδικευμένο.
«Λειτουργούσαν με συναδέλφους που μπορεί με κάποια σεμινάρια να μάθαιναν την νοηματική γλώσσα. Εδώ και αρκετά χρόνια τώρα έρχονται εξειδικευμένοι καθηγητές νοηματικής που έχουν και διδακτορικά και προσφέρεται πολύ πιο προσεγμένη δουλειά. Παλιότερα είναι γεγονός ότι αν κάποιος συνάδελφος έπαιρνε την απόφαση να έρθει σε αυτό το σχολείο για να δουλέψει υπήρχε μια προκατάληψη. Όλοι έλεγαν θα πας εκεί;
Εκεί υπάρχουν κωφά παιδιά, που να πλέξεις κ.α.. Πιστεύω ότι μέσα σε αυτά τα χρόνια έχει ξεπεραστεί αυτό και έχει αναδειχθεί στον κόσμο, η όμορφη συνύπαρξη που υπάρχει, η προθυμία των άλλων παιδιών να μάθουν τη νοηματική γλώσσα κ.α.. Έχουν αλλάξει τα πράγματα πολύ προς το καλύτερο τα πράγματα σε σχέση με παλιότερα. Ήταν δηλαδή κατά κάποιο τρόπο στιγματισμένο αυτό το σχολείο, τώρα δεν είναι.» υπογραμμίζει ο κ. Κύργιος.
Μάλιστα το σχολείο έχει δημιουργήσει κάποια μαθήματα ώστε τα παιδιά που δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα ακοής να μαθαίνουν τη νοηματική γλώσσα κι έτσι να μπορούν να έρχονται πιο κοντά σε καλύτερη προσωπική επαφή με τα υπόλοιπα. Παράλληλα οι κοινές δράσεις των παιδιών από σχολικές παραστάσεις μέχρι οτιδήποτε άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί είναι πολλές γεγονός που επιτρέπει και στις δύο πλευρές να κερδίζουν πολλά πράγματα από αυτή την επικοινωνία.
«Βοηθάει η αλληλεπίδραση, κάνει καλό και στα παιδιά και σε όλους μας αυτή η συνύπαρξη της διαφορετικότητας. Πόσο μάλλον σε ένα κόσμο που προσπαθούν να χτίσουν τείχη μεταξύ ανθρώπων, λαών θρησκειών, αντί να τα γκρεμίσουν. Είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση. Εμείς προσπαθούμε με κοινές δράσεις και διάφορες συμμετοχές των παιδιών σε εκδηλώσεις από κοινού να συνεισφέρουμε και πιστεύω ότι υπάρχει μια αρμονική συνύπαρξη», σχολιάζει σχετικά ο κ. Κύργιου.
Όλα τα παραπάνω αναδείχθηκε και στην ημερίδα που διοργανώθηκε, μια ημερίδα που συγκίνησε όσους την παρακολούθησε και ιδιαίτερα όσους δεν γνώριζαν όσα συμβαίνουν στο 18ο Γυμνάσιο της πόλης.
Ωστόσο δεν λείπουν και τα προβλήματα. Όπως εξηγεί ο διευθυντής του Σχολείου ενώ το 18ο Γυμνάσιο είχε ιδρυθεί ως σχολείο με Ειδικά Τμήματα Κωφών και Βαρήκοων το 2012 αυτό στην πράξη φαίνεται πως καταργήθηκε και δημιουργήθηκε ένα μπέρδεμα για τη φύση του.
«Τώρα μας θεωρούν ότι έχουμε τμήματα ένταξη και έτσι δεν μας δίνουν τη δυνατότητα, ενώ λειτουργούμε ως ειδικά τμήματα, να έχουμε τις παροχές και την βοήθεια που θα θέλαμε. Όπως π.χ. την ύπαρξη κάποιου παιδοψυχολόγου, κοινωνικού λειτουργού, λογοθεραπευτή που χρειάζονται πολλές φορές τα παιδιά. Δεν έχουμε αυτή τη δυνατότητα», υπογραμμίζει ο κ. Κύργιος.


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

μεγάλο πράγμα ο πνευματικός!

ό ξάδερφος ό Χαραλάμπης.



Αποτέλεσμα εικόνας για καραβια ζωγραφιες

 Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
Λοιπόν, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, διασκεδάζαμε με την καρδιά μας. Παιδιά πράγματα δε νογάγαμε από πόλεμο, πείνα, θάνατο.

Παιχνίδι είχαμε κάνει, ό,τι ήταν κλαυθμός και όδυρμός και δάκρυα. Ή φτιάξη τ' ανθρώπου τέτοια, να ελπίζει, να όνειρεύεται, να βρίσκει σπυρί χαράς καί μ' αυτό να τρέφεται, ή φτιάξη τ' ανθρώπου τέτοια, δόξα τω Θεώ. Μόνο σαν πέρασαν οι γιορτές,σα μπήκε ό Γενάρης καί κάνανε χιονίστρες τα χέρια μας καί γιομίσαμε ψώρα καί μας πόναγαν, μας γαργάλαγαν καί τα ξύναμε σαν τρελά μέχρι πού γιομίζαμε αίματα, μόνο τότε, θυμάμαι, αρχίσαμε να γκρινιάζουμε. Μα πάλι, στο δευτερόλεπτο, μια μπάλα φτιαγμένη από κουρέλια, μια σπασμένη τσατσάρα, ένα τίποτα μας έκανε να ξεχνάμε.

Καβαλούσαμε ανάλαφρα τ' όνειρο κι αρμενίζαμε. Κι ας ήταν μαύροι οι καιροί.
Ένα σμάρι παιδιά στην τουρκοχτισμένη αυλή μας καί γύρω γύρω σπιτικά, μια είσοδο μονάχα πού αμπάρωσαν οι μεγάλοι με το ήλιόγερμα καί ένα ταρατσάκι πού ούτε φαινόταν άπ' το δρόμο, κι αν το 'θελες, μονάχα άπ' την κόχη έβλεπες την πλατεία, αγκαλιά, θαρρείς, ή πλατεία π' αγκάλιαζε τη γειτονιά. Αγκαλιά έρημη καί σκοτεινή μετά το δειλινό, τέτοιο όρντινο είχαμε από τους Γερμανούς.
Ήταν δεν ήταν ξάδερφος ακόμα στ' αλήθεια, δε το 'χω ξεδιαλύνει. Έτσι μου είπανε, έτσι δα τον σύστησα στους φίλους μου, έτσι τον καλοδέχτηκαν εκείνοι: ό ξάδερφος ό Χαραλάμπης.
Του δώσαμε τη μέσα κάμαρη, έφερε κάτι πράματα μαζί του, της δουλειάς τα σύνεργα μας ξήγησαν, πολύγραφο τον ονομάζω σήμερα, πού ξέρω. Αλήθεια καί πόσα δεν ξέρω σήμερα,ανάθεμα τούτη τη γνώση πού φορτώθηκα! Τότες σύνεργα είπανε, σύνεργα είπαμε, πάψαμε να σκοτιζόμαστε μ' αυτά σε μία μέρα. Γιατί μας είχε ξετρελάνει ό Χαράλαμπος και τι μας έκοφτε για τη δουλειά του.

Αν σήμερα έψαχνα να 'βρώ σαν τι δουλειά θα ταίριαζε στον Χαραλάμπη μας, θα 'λεγα ό όνειροταξιδευτής είναι το μόνο πού του ταίριαζε.
Μας έφτιαξε ένα πλεούμενο με βρισκούμενο ψευτοχαρτόνι, και που δεν ταξιδέψαμε με κείνο το βαπόρι!
«Μάϊνα τα πανιά, μούτσε», μου φώναζε. Και με σβέλτες κινήσεις μάζευα τα πανιά μη τα κάνει κουρέλια ό τρελοβοριάς.
«Βλέπεις, λοστρόμε, τον εχτρό;».
Κι ό Σπύρος, το γειτονοπούλα, σα γάτα σκαρφάλωνε στο φλάμπουρο, έβαζε αντήλιο το βρώμικο χεράκι του.
«Όχι καπετάνιο», απαντούσε σοβαρά, «λεύτερα τα πέλαγα».
Έσβηνε το χαμόγελο άπ' το πρόσωπο του Λάμπη μας.
«Έ, ρε λεβέντες», μας έλεγε σιγά. «Καί να μπορούσαμε να το φωνάξουμε αυτό μέχρι πού να πεθάνουμε. Λεύτερα τα πέλαγα».

«Καλόειδα, κι είναι όπως σ' το 'πα», επέμενε ό Σπύρος.
«Είναι καί τα υποβρύχια, παιδιά. Ό εχτρός πού δεν τον πιάνει το μάτι σου. Ό εχτρός πού 'ρχεται από κάτω κι αν δε προσέξεις,αμολάει την τορπίλα του καί πάς καλειά σου».
«Για ποιο πράμα λες;», ρώτησε ό αδελφός μου.
Αναστέναξε ό Χαραλάμπης.
«Για της ψυχής τα κατακάθια πού σκλαβώνουν τα πέλαγα», είπε, μα ποιος κατάλαβε τότε, παιδιά πράματα, αλήθεια, ποιος κατάλαβε!
Κείνο όμως πού καταλαβαίναμε καλά ήταν πώς ταξιδεύαμε. Καί πηγαίναμε, είτε σαν μούτσοι ή λοστρόμοι, σε χώρες όλο ήλιο, λευτεριά, σε χώρες πού το εσπέρας ερχόταν καί ξεκουραζόταν ό Θεός. Καί πόσες φορές Τον ανταμώναμε, γιατί, αλίμονο αν το παιδί δε βλέπει το Θεό κατάφατσα. Κι είχαν τα μάτια μας γιομίσει φως κι ό ταμπουράς, πού έπαιζε ή πείνα στην κοιλιά μας, έχανε σ' ένταση, κι ήταν φορές πού δεν ακουγόταν.

Καί μπήκε ο Φλεβάρης. Κουτσό τον είπανε, μα ήτανε διπλός καί τρίδιπλος. Διπλές καί τρίδιπλες φαινόντανε οι μέρες, τυλίγαμε τα πόδια μας με κουρέλια, γιατί είχανε φουσκώσει καί πάγωναν, είχαν πρηστεί κι οι κοιλιές μας, όχι από πάχος μα από πείνα καί άναλαδιά, τα χέρια μας σα φουσκωμένα τσουρέκια άπ' τις χιονίστρες,μα τώρα κι αν ταξιδεύαμε πιότερο με το πλεούμενο. Βάζαμε γροθιά τα χεράκια μας κάτω άπ' τίς μασκάλες μας, μπας καί ζεστοκοπηθοΰν μια στάλα καί, μέχρι πού βασίλευαν τα μάτια μας, ακολουθούσαμε τον καπετάνιο μας. Καί άποκοιμόμασταν με την έγνοια να 'ναι ελεύθερα τα πέλαγα, μη τίποτα σταθεί εμπόδιο καί δεν ανταμώσουμε εσπέρα το Θεό.

Του Άγιου Χαραλάμπου ξημέρωσε κι είπε ή μάνα μου να ψήσει μια χούφτα φασόλια μαυρομάτικα πού βρέθηκαν. Καί ή γειτόνισσα θα 'κανε τηγανίτες, χαρουπάλευρο πού 'χε σκουλήκια, μα «δόξα τω Θεώ θα φάμε καί το κρέας ν' άποκριέψουμε»,όπως είπε γελώντας ό πατέρας, κι ή άλλη, ή πλαϊνή, είχε ρεβίθια, θα τ' άλεθε να γίνονταν κεφτέδες, όσο για κρασί, ό άλλος γείτονας είχε, λέει, ένα σώσμα φυλαγμένο για τέτοιες ώρες, πολύ ήτανε, μπορεί και μισή οκά, τόσο πολύ.

Άπ' το πρωί χιόνιζε, μα τ' απόγευμα το 'στρωσε για καλά. Δεν αντέξαμε καί βγήκαμε στην πλατεία, κάναμε μπαλιές κι ας πάγωναν τα χέρια μας κι ας έτσουζαν κι ας μούδιαζαν, κάναμε μπαλιές κι έναν χιονάνθρωπο. Βρήκε κι ό Χαραλάμπης ένα στουπί, το 'κανε κασκόλ, του το 'χωσε, βρήκε κι ένα σπασμένο μπουκάλι, το 'κανε πίπα, πιο μεγάλη ή πίπα άπ' τον χιονάνθρωπο. Σάν ακούσαμε τις φωνές «Βρε πού κακό να μη σας βρει, μπείτε μέσα», «Μωρή Βάσω, φωτιά θα μ' ανάψεις ξυπόλυτη στα χιόνια», «Μαζωχτείτε πού ξεχαστήκατε, πού να σας ξεχάσει ό χάρος», πιλαλήσαμε για το σπίτι μας. Κλείστηκε κι ή πόρτα, ή εξώθυρα, κουρνιάσαμε στην κουζίνα πού ήταν πιο ζεστά, με τις ανάσες μας προσπαθήσαμε να συνεφέρουμε τα χέρια μας. Κι ήρθαν οι μεγάλοι με το βρισκούμενο καί δίκαια μοιράστηκε το βρισκούμενο καί άρχισαν οι μεγάλοι το τραγούδι.

«Χρόνια πολλά, βρε Χαραλάμπη», είπε ό πατέρας κι ήπιε με σέβας μια γουλιά κρασί, μην το πιει μονομιάς, μιας κι ήταν λιγοστό.
«Χρόνια πολλά, λεβέντη!», είπαν κι οί γείτονες. Κι ό Χαραλάμπης σηκώθηκε να το χορέψει. Ναι, ναι, καθαρά σαν τώρα το θυμάμαι, πώς είχε προλάβει να κάνει μια στροφή, σαν χτύπησε ή πόρτα. Εγώ δεν άκουσα τον κρότο. Γιόρταζε ό καπετάνιος μας καί γώ βαρούσα παλαμάκια. «Έλα, βρε Χαραλάμπη, να σε παντρέψουμε...».
Οί άλλοι τ' άκουσαν. Έτρεξαν κάτω, αφουγκράστηκαν, μαζί κι εγώ με την ανάσα πιά κομμένη.
«Οί Γερμανοί μπουκάρανε», μας είπαν πίσω άπ' την πόρτα τη σφαλισμένη, κι αυτός πού 'δωκε το μαντάτο έφυγε.

Ό Χαραλάμπης χίμηξε στη μέσα κάμαρα πού 'ταν δική του, άρπαξε παραμάσκαλα τα σύνεργα, σαΐτα ίδια ξεμπούκαρε άπ' το σπίτι. Δεν ξέρω ούτε τώρα πώς το σκέφτηκα κι ανέβηκα τρεχάλα στην ταράτσα, κείνη πού άπ' την κόχη της μπορείς να δεις την πλατεία. Κι έσκυψα. Το χιόνι το βραδινό, απάτητο, πιο άσπρο κι άπ' το άσπρο, καί ό χιονάνθρωπος μας με την πίπα πιο μεγάλη άπ' το μπόι του. Νάτος ό Χαραλάμπης πλάι του, φιγούρα άλλου κόσμου. Τρέχει με μεγάλες δρασκελιές, σα πούπουλο σηκώνει τα «σύνεργα».
«Τρέξε, καπετάνιο, δεν είναι λεύτερα τα πέλαγα», ψελλίζω, όταν ακούω τίς ριπές. Καί πέφτει ό καπετάνιος. «Μάινα τα πανιά». «Τα μαζεύω, καπετάνιε, έννοια σου». Καί πώς κοκκίνησαν τα πόδια του χιονάνθρωπου! Καί πώς μάτωσε από αιμάτινες πιτσίλες το κορμί του!
«Έλα, βρε Χαραλάμπη, να σε παντρέψουμε...». Κι ήταν εσπέρα κι είδε κατάφατσα ό καπετάνιος το Θεό. Γιατί, αλίμονο,αν το παιδί δεν βλέπει καταπρόσωπο τον Πλάστη του. 




πηγή:Πειραική Εκκλησία

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

προς μια κατεύθυνση




«Αν όλος ο κόσμος βαδίσει 
προς μια κατεύθυνση, 
κι ο Χριστός προς την άλλη, 
εγώ θα πάω πίσω από τον Χριστό.»
Φ. Ντοστογιέφσκι

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ταξίδι στον Παράδεισο [ της Όλγας Κιοσόγλου ]

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτο βαρκα κουπια




Ταξίδι στον Παράδεισο

ΒΙΡΓΙΝΙΑ         55 ετών
ΜΠΑΜΠΗΣ     58 ετών


Η Βιργινία μόλις σχόλασε από τη δουλειά της ,πέρασε από την αγορά ,φορτώθηκε δυο τσάντες με τα απαραίτητα τρόφιμα, και τώρα μπαίνει στο σπίτι. [ Αστραπές. Ακούγονται βροντές , βροχή δυνατή που πέφτει και χαλάζι. ] Η Βιργινία κλείνει την ομπρέλα που στάζει, κρεμάει το αδιάβροχό της στη πλάτη μιας καρέκλας .Ο Μπάμπης κάθεται στον καναπέ και διαβάζει ένα φυλλάδιο με οδηγίες χρήσης από ένα εργαλείο που αγόρασε. Η Βιργινία έρχεται  κάθεται δίπλα του και βγάζει τα μποτάκια της.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ     Μουσκίδι έγινα .Τι ήταν αυτό σήμερα….Άνοιξαν οι ουρανοί. Οι δρόμοι έχουν γίνει χείμαρροι. Εσύ πρόλαβες βλέπω ,ευτυχώς, δε βράχηκες.

ΜΠΑΜΠΗΣ    [ χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το φυλλάδιο ] Αν βράχηκα λέει….και δεν είχα και ομπρέλα ,αλλά άλλαξα , στέγνωσα και τα μαλλιά … [ χαϊδεύει το εντελώς φαλακρό κεφάλι του ]

ΒΙΡΓΙΝΙΑ         Με μπερδεύεις…πήγες ή δεν πήγες στην εταιρεία που μου έλεγες;

ΜΠΑΜΠΗΣ    Πήγα, πήρα όλες μου τις περγαμηνές και πήγα.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ      Πως πήγε η συνέντευξη;

ΜΠΑΜΠΗΣ   Πώς να πάει Βιργινία… μια από τα ίδια. Μια εισαγωγική εταιρεία ήτανε που την κληρονόμησε ένας νεαρούλης από τον πατέρα του και ζητούσε μια κοπελίτσα για το λογιστήριο… ψηλή ξανθιά ξέρεις….δεν τον ενδιέφερε καθόλου η εμπειρία η δική μου.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ      Κάθε εμπόδιο για καλό , Μπάμπη μου, έχεις και αύριο δυο ραντεβού, έχει ο Θεός…

ΜΠΑΜΠΗΣ    Δεν γίνεται τίποτα Βιργινία, κουράστηκα ,έχω λειώσει δυο ζευγάρια σόλες να τρέχω, δεν έχω αφήσει εταιρεία  που να μην έχω δώσει βιογραφικό, αν δε γίνει τίποτα και αυτόν τον μήνα….

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Πόσο μου αρέσει η βροχή!...αλλά να μη βρέχομαι να κάθομαι στο παράθυρο και να μη σταματώ να κοιτώ τη βροχή και η βροχή να μη σταματά να πέφτει….

ΜΠΑΜΠΗΣ   αν δε γίνει τίποτα και αυτόν τον μήνα….

ΒΙΡΓΙΝΙΑ       και εγώ να προσπαθώ να ξεχωρίσω τους ήχους της βροχής, αλλιώς ακούγεται στο τσιμέντο,  αλλιώς στο χώμα, στους τοίχους , στα τζάμια, στις μαρκίζες…

ΜΠΑΜΠΗΣ      αν δε γίνει τίποτα και αυτόν τον μήνα….θα πάρω το ακορντεόν και θα βγώ στους δρόμους
ΒΙΡΓΙΝΙΑ        και όλοι αυτοί οι ήχοι να συνθέτουν το νανούρισμα της βροχής . Νυστάζω τώρα, ξέρεις πως νυστάζω…..

ΜΠΑΜΠΗΣ     Να σου βάλω να φας και να πας να ξαπλώσεις ; Εγώ κάτι τσίμπησα.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ      Αμάν ρε Μπάμπη, πότε θα φάμε μια φορά μαζί ; Εσύ όλο τσιμπάς και πάντα εκτός σπιτιού, για αυτό έχεις κάνει κοιλιά. Αν έτρωγες κανονικά θα έχανες κανένα κιλό.

ΜΠΑΜΠΗΣ     Βλέπω και σένα που τρως κανονικά …

[ Ο Μπάμπης έχει πάρει τώρα το εργαλείο στα χέρια του και το εξετάζει ]

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Τι είναι αυτό ;

ΜΠΑΜΠΗΣ   Το πήρα  από την εταιρεία που  πήγα σήμερα ,αυτά και διάφορα άλλα εισάγουν.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Και τι είναι ;

ΜΠΑΜΠΗΣ   Θερμόμετρο, ας το πούμε.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ     Θερμόμετρο για τον πυρετό ;

ΜΠΑΜΠΗΣ    Όχι ρε Βιργινία ,δεν είναι για τον πυρετό, μετράει θερμοκρασία.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Και πού τη μετράει τη θερμοκρασία ;

ΜΠΑΜΠΗΣ   Ας  πούμε στον τοίχο.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Στον τοίχο ; πρώτη φορά βλέπω τέτοιο θερμόμετρο χώρου. Και πώς το κρεμάς ;

ΜΠΑΜΠΗΣ     Δεν το κρεμάς , δεν είναι θερμόμετρο χώρου ,το κρατάς ,σημαδεύεις  τον τοίχο ,πατάς το κουμπί και βλέπεις τη θερμοκρασία του τοίχου και έτσι βρίσκεις αν υπάρχει ας πούμε διαρροή νερού.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Να και κάτι που έλλειπε από τη συλλογή σου.

ΜΠΑΜΠΗΣ  Και βέβαια έλλειπε ,αυτό κυρία μου είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο. Και αν θες να ξέρεις ήθελα πολύ καιρό τώρα να το αγοράσω ,αλλά σκεπτόμουν  τη μουρμούρα σου. 

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Και είπες ας το πάρω σήμερα που βρέχει ,μήπως και γλιτώσω τη μουρμούρα. Ρε Μπάμπη δεν είσαι υδραυλικός ,γιατί θες να κάνεις πράγματα που είναι δουλειά αλλουνού να τα κάνει ; μη μου θυμίζεις που ανήμερα Χριστούγεννα μείναμε χωρίς νερό γιατί σου ήρθε να αλλάξεις εσύ τη βρύση. Αυτό  είναι εργαλείο για τον Λευτέρη τον χοντρό τον υδραυλικό ,που φοράει τα τζιν τα χαμηλά και φαίνεται ο μισός του κώλος ,να έρχεται να σου βρίσκει τη βλάβη στους τοίχους ,στο ταβάνι ,να  σκύβει να μετρήσει και τα πατώματα και να αφήνει σε κοινή θέα και τον υπόλοιπο κώλο, και να λες μάλιστα ,αυτός δεν είναι υδραυλικός ,αυτός είναι επιστήμονας….

ΜΠΑΜΠΗΣ    Βιργινία καταλαβαίνεις ότι δε μου αφήνεις ούτε χώρο ούτε περιθώριο να λειτουργήσω ,να κινηθώ ,να αναπνεύσω… καταλαβαίνεις πόσο με πνίγεις ; Εγώ σου έχω πει τίποτα για τα επτά κόκκινα κραγιόν που έχεις στο μπάνιο; ..για τις κρέμες …άλλη για τα χέρια …άλλη για τα πόδια….άλλη για τα μαλλιά….άλλη για το πρόσωπο…άλλη για τα μάτια …άλλη για το λαιμό… για τα σαπούνια… άλλο για τα χέρια…. άλλο για τα πόδια  …άλλο για το πρόσωπο ..άλλο για το μ…. τα έχεις απλωμένα όλα και δεν έχεις αφήσει χώρο ούτε για το ξυραφάκι μου…

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Μου έφυγε ο ύπνος…αυτό που νοιώθω είναι ότι δε σου λείπει ο χώρος στο σπίτι αλλά άλλος χώρος….γιατί και συ έχεις δύο ηλεκτρικά τρυπάνια, τρία ηλεκτρικά κατσαβίδια ,πέντε έξι τανάλιες, άλλο πριόνι για το ξύλο,  άλλο για το μέταλλο ,τροχούς και τροχαλίες, κομπρεσέρ ,δύο γεννήτριες και τόσα άλλα που δε ξέρω το όνομά τους…όλη η αποθήκη δική σου δεν είναι ;δεν υπάρχει χώρος να βάλω ούτε τη σιδερώστρα …. Άλλος είναι ο χώρος που σου λείπει ,άλλος είναι ο χώρος που μου λείπει….

ΜΠΑΜΠΗΣ  Εσένα ποιος χώρος σου λείπει, εκτός από την αποθήκη ;

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Η αποθήκη της καρδιάς σου, που την έχεις παραγεμίσει με όλα αυτά τα εργαλεία της γνώσης και της λογικής και δεν έχεις αφήσει χώρο για μένα

ΜΠΑΜΠΗΣ   Δεν έχεις καταλάβει καλά Βιργινία . Εγώ δεν έχω καρδιά ,σου την έχω παραχωρήσει ολόκληρη. Έχεις εγκατασταθεί και στα τέσσερα διαμερίσματα, αλλά δε σου φτάνει αυτό, δε σου φτάνει και έχεις πιάσει και το ρετιρέ ….και έχω αρχίσει και τρελαίνομαι….

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Θα ήταν φαίνεται ακατοίκητο….

ΜΠΑΜΠΗΣ     Κάποτε αγαπιόμαστε

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Κάποτε  ήμασταν νέοι και αγαπιόμαστε αλλιώς. Τώρα δηλαδή τι θέλεις να σου αδειάσω το ρετιρέ ,ή να φύγω και από τα διαμερίσματα της καρδιάς σου ;

ΜΠΑΜΠΗΣ  Θέλω να έχω και εγώ χώρο στη δική σου καρδιά…

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Α εσύ δεν θέλεις το   ρετιρέ

ΜΠΑΜΠΗΣ    Θέλω να θυμηθούμε πως αγαπιόμαστε τότε που ήμαστε παιδιά….

ΒΙΡΓΙΝΙΑ     Τότε δεν είχαμε καμμιά άλλη έννοια ,η μόνη μας σκοτούρα ήταν η αγάπη μας.

ΜΠΑΜΠΗΣ   Τότε ήμασταν ακόμα στην εποχή της αθωότητας.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Τίποτα δεν χάνεται όταν είναι αληθινό. Όλα ακολουθούν το νόμο της εξέλιξης. Ο έρωτας γίνεται κάτι πιο μεγάλο, γίνεται αγάπη, η αθωότητα γίνεται κάτι πιο μεγάλο,  γίνεται πίστη , τα νιάτα γίνονται κάτι πιο μεγάλο…

ΜΠΑΜΠΗΣ    γίνονται γεράματα….

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Πάντως δεν χάνονται ούτε ο έρωτας ούτε η αθωότητα ούτε τα νιάτα ,όπως δεν χάνεται η σπίθα όταν γίνεται πυρκαγιά.

ΜΠΑΜΠΗΣ    Πιστεύεις ότι το ζούμε αυτό που περιγράφεις ;

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Πάντως είμαστε στην εποχή του μεγάλου τώρα.

ΜΠΑΜΠΗΣ   Ας το αφήσουμε το μεγάλο ,εγώ λέω να θυμηθούμε το μικρό. Τότε που  δε μας ένοιαζε αν είχαμε δουλειά ,αν είχαμε λεφτά, ας τα ξεχάσουμε όλα και ας ασχοληθούμε μόνο με την αγάπη μας. Ας το δοκιμάσουμε Βιργινία να δούμε πόση αγάπη έχει απομείνει….

[ ξαπλώνει στην αγκαλιά της Βιργινίας σαν μικρό παιδάκι ]

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Πώς να το δοκιμάσουμε ; Η αγάπη υπάρχει , απλά υπάρχει και μας κρατά αγκαλιά , μας κρατά μαζί τριάντα χρόνια…Τι ανασφάλειες σε πιάσανε ….

ΜΠΑΜΠΗΣ     Δηλαδή ,μ’ αγαπάς ; Δηλαδή ,μ’ αγαπάς  όσο και εγώ ;

ΒΙΡΓΙΝΙΑ     σ΄ αγαπώ   πιο πολύ από όσο εσύ.

[ αρχίζουν να τσακώνονται σαν μικρά παιδιά ]

ΜΠΑΜΠΗΣ   Και γιατί να μ΄ αγαπάς εσύ πιο πολύ δηλαδή ;

ΒΙΡΓΙΝΙΑ     Και ποιός   αγαπάει πιο πολύ ,εσύ ; ας γελάσω χα χα χα

ΜΠΑΜΠΗΣ   και βέβαια σ ΄αγαπώ εγώ πιο πολύ

[τσακώνονται ,πειράζονται γαργαλιούνται ,ο ένας παρασύρει τον άλλο και γίνονται οι φωνές τους παιδικές ]

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   πώς θα το μετρήσουμε αυτό τώρα ;

ΜΠΑΜΠΗΣ    Θα παίξουμε ένα παιχνίδι. Θα σε κοιτώ στα μάτια συνεχώς και θα σου λέω πόσο σ΄ αγαπώ με  δικά μου λόγια, εντάξει ; θα κάνεις το ίδιο και σύ και όποιος γελάσει πρώτος έχασε.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Γιατί έχασε ;

ΜΠΑΜΠΗΣ  Γιατί  θα έχει δώσει λιγότερη αγάπη, αφού θα έχει αρχίσει να γελάει πρώτος, ενώ ο άλλος θα συνεχίζει να παίζει και να κοιτάει στα μάτια και να λέει τα λόγια του.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ   Δεν παίζω γιατί θα χάσω ,και θα γελάσω αμέσως το ξέρω, γιατί εσύ θα κάνεις τις γκριμάτσες σου….

ΜΠΑΜΠΗΣ   Να κάνεις και συ  τις γκριμάτσες σου….

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Εγώ δεν μπορώ να σε κοιτάω στα μάτια να σου λέω πόσο σ΄ αγαπώ και να κάνω γκριμάτσες.

ΜΠΑΜΠΗΣ    Ε τότε πες λόγια αστεία να με κάνεις να γελάσω πρώτος. Έλα  , πάμε να το παίξουμε μια φορά να δεις τι πλάκα θα έχει.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Ωραία ,ξεκινάμε.

[ κοιτάζονται στα μάτια, σιωπή ,μόνο σιωπή ,παρατεταμένη ,σιγά σιγά γίνονται μεγάλοι ]

ΜΠΑΜΠΗΣ  Μ΄ αγαπάς  Βιργινία ; γιατί δε μιλάς ;

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    Περιμένω να μιλήσεις πρώτος Μπάμπη

[ και πάλι σιωπή  ,η Βιργινία κλαίει σιγανά ]

ΜΠΑΜΠΗΣ   Θέλω να σου πω…… ευχαριστώ που μ΄ αγαπάς.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ     Και εγώ το ίδιο θα σου πω Μπάμπη  …. ευχαριστώ που μ΄ αγαπάς.

[ η Βιργινία κλαίει και γελάει μαζί ]

ΜΠΑΜΠΗΣ    Ας γιορτάσουμε αυτά τα τριάντα χρόνια μαζί.

ΒΙΡΓΙΝΙΑ    θα φέρω σαμπάνια και φράουλες!




ΜΠΑΜΠΗΣ   Καλλίτερα τσιπουράκι  ,να ζεσταθούμε λίγο 

[φέρνει τα σχετικά, τσουγκρίζουν και τραγουδούν το τραγουδι ταξείδι στον Παράδεισο]          
   

    
ταξείδι στον Παράδεισο


ΜΠΑΜΠΗΣ         να μ΄ αγαπάς να ΄σαι των ματιών μου εσύ το φως
ΒΙΡΓΙΝΙΑ              να μ΄ αγαπάς να ΄σαι της ζωής μου ο σκοπός
ΜΑΖΙ                   με μια βαρκούλα και δυο κουπιά
                             ταξείδι  βγήκαμε στ΄ ανοιχτά
                              να ζήσει τ ΄όνειρο σε μακρινή στεριά

ΜΠΑΜΠΗΣ         να μ΄ αγαπάς να ζητάς να ρωτάς να χαμογελάς
ΒΙΡΓΙΝΙΑ              να μ΄ αγαπάς να γελάς η ζωή  είναι για μας
ΜΑΖΙ                     πιάσε το ένα κουπί εσύ
                               να πιάσω τ΄ άλλο  κουπί εγώ
                               μόνο ο Θεός μας  σώζει απ΄ τον  κατακλυσμό

   
 ΜΠΑΜΠΗΣ        σ ΄ευχαριστώ που είσαι  εδώ και που μ΄ αγαπάς
ΒΙΡΓΙΝΙΑ              σ ΄ευχαριστώ τη ζωή μου στα χέρια σου κρατάς
ΜΑΖΙ                    έλα να πιάσουμε τα κουπιά
                              έχουμε ακόμα   πολλή δουλειά
                             η αγάπη είναι του Θεού  η αγκαλιά





                                                                                                                             Όλγα Κιοσόγλου
                                                                                                                           Ιανουάριος  2017